Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

Πανηγυρικός λόγος για την εκδήλωση Μνήμης και Τιμής για τον Μακεδονικό Αγώνα στο Δήμο Αμπελοκήπων-Μενεμένης




Την αυγή του 20ου αιώνα το μικρό Ελληνικό βασίλειο βρισκόταν σε απελπιστική κατάσταση. Το μεγαλύτερο μέρος του Ελλαδικού χώρου παρέμενε υπό Οθωμανική κατοχή. Κατά τη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας είχε προηγηθεί η χρεοκοπία του 1893, η οποία είχε θέσει τη χώρα κάτω από Διεθνή Οικονομικό έλεγχο, το αντίστοιχο Δ.Ν.Τ. της εποχής.

Επίσης, ο ατυχής ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 οδήγησε σε ταπεινωτική ήττα και νέο δυσβάσταχτο δάνειο για την πληρωμή πολεμικών αποζημιώσεων στην Τουρκία, το οποίο θα αποπληρωνόταν μέχρι και το 1981! 
Μια πλούσια πόλη που την κατοικούσαν σχεδόν αποκλειστικά Έλληνες ήταν το Κρούσοβο, στα βόρεια του Μοναστηρίου, στο σημερινό κράτος των Σκοπίων. Η επανάσταση των αυτονομιστών το 1903, η «Ίλιντεν» όπως έμεινε να λέγεται, έφερε το Κρούσοβο στο μάτι του κυκλώνα. Η καταστολή της επανάστασης βρήκε την πόλη κατεστραμμένη. Ευκαιρίας δοθείσης, οι Τούρκοι έσφαξαν και κάμποσους Έλληνες με αποτέλεσμα η Ελλάδα να αφυπνιστεί.

Το «μακεδονικό» έγινε υπόθεση του κάθε Έλληνα. Το 1904, τα πρώτα ανταρτικά σώματα στάλθηκαν στη Μακεδονία. Ένα από αυτά ήταν του αξιωματικού Παύλου Μελά που πήρε το ψευδώνυμο Μίκης Ζέζας και με 35 άνδρες πήγε να αντιμετωπίσει τους κομιτατζήδες της βουλγαρικής παραστρατιωτικής οργάνωσης ΕΜΕΟ που καταλήστευαν και έσφαζαν όσους δήλωναν την πίστη τους στο Οικουμενικό Πατριαρχείο αρνούμενοι τη Βουλγαρική Εξαρχική εκκλησία.

Ο Παύλος Μελάς ήταν Αθηναίος μεγαλοαστός με αριστοκρατική καταγωγή που αποφάσισε να αφήσει την οικογένεια και τη βόλεψη του για να συμβάλει στον Αγώνα.
Τον πρόδωσαν στους Τούρκους που τον πολιόρκησαν στη Στάτιστα. Στις 13 Οκτωβρίου του 1904, οι Έλληνες έκαναν έξοδο. Ο Μίκης Ζέζας ήταν μπροστά. Σκοτώθηκε. Ο θάνατός του συγκίνησε το πανελλήνιο κι έγινε αιτία να πυκνώσουν τα σώματα των εθελοντών από Κρήτη, Μάνη και την υπόλοιπη Ελλάδα, που έσπευσαν να καταταγούν.

Ηγετικές μορφές όπως ο Τέλλος Άγρας, ο Κώττας Χρήστου, ο Καπετάν Ακίλλας και πολλοί άλλοι ενέπνευσαν τους υπόδουλους αλλά και τους ελεύθερους Έλληνες και αποτέλεσαν εμβληματικές μορφές στη λαϊκή φαντασία, όπως και στη λογοτεχνία.

Υπό τις συνθήκες αυτές πολυάριθμοι κυρίως νεαροί, Έλληνες αξιωματικοί προσφέρθηκαν παραιτούμενοι από τον Ελληνικό στρατό να τεθούν επικεφαλής των ανταρτικών ομάδων και των επαναστατικών σωμάτων για την προστασία του ελληνικού πληθυσμού. Αναγκαστικά το επίσημο ελληνικό κράτος προσχώρησε, αλλά ανεπίσημα, με τους Έλληνες πρόξενους να παίζουν καθοδηγητικό ρόλο και να βοηθούν στα κρυφά.

Τον αγώνα τους συντόνισαν ο μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης, ο Ίων Δραγούμης από το προξενείο της Ελλάδας στο Μοναστήρι, ο Λάμπρος Κορομηλάς από το προξενείο της Θεσσαλονίκης και ο Δημήτριος Καλαποθάκης από την Αθήνα. Η υπόγεια στοά που ένωνε τη μητρόπολη Θεσσαλονίκης με το ελληνικό προξενείο, το σημερινό Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, αποτέλεσε το αρχηγείο του Αγώνα.

Μέσα σε ελάχιστο χρόνο οι Έλληνες κατάφεραν να στήσουν ένα υποδειγματικό δίκτυο πληροφοριών που συνεργαζόταν άψογα με τους οπλαρχηγούς, προσφέροντας ανακούφιση στους ταλαίπωρους υπόδουλους πληθυσμούς που είχαν βιώσει τα πάνδεινα από Τούρκους και Βούλγαρους.

Το 1908 η επανάσταση των Νεοτούρκων στη Θεσσαλονίκη θέτει ένα προσωρινό τέλος στον αγώνα. Ο σπόρος όμως έχει ήδη φυτευτεί. Το 1912 με τους Βαλκανικούς πολέμους η Μακεδονία απελευθερώνεται οριστικά από τους Τούρκους και στη συνέχεια απωθούνται και κατανικούνται και οι Βούλγαροι, θέτοντας τέλος στις όποιες βλέψεις τους για κατάκτηση της Μακεδονίας.

Αν κάτι έχουμε να διδαχτούμε από αυτή την ηρωική εποχή της ιστορίας μας, είναι το πνεύμα ομόνοιας και σύμπνοιας μεταξύ Ελλήνων, που ακόμη και χωρίς την επίσημη στήριξη του κράτους, κατάφεραν σε σύντομο χρόνο, ενάντια σε όλες τις πιθανότητες, να αναστρέψουν μία κατάσταση που για πολλούς φαινόταν τελειωμένη.

Γνώριζαν ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής δεν τους στήριζαν. Γνώριζαν ότι ο εχθρός ήταν συντριπτικά υπέρτερος και αμείλικτος. Αποφάσισαν όμως ότι ένας ανώτερος σκοπός προέχει της προσωπικής ατομιστικής φιλοδοξίας. Δούλεψαν με σχέδιο και ζηλευτή οργάνωση.

Δεν μεμψιμοιρούσαν, ούτε έριχναν αλλού τις ευθύνες για την ανάληψη πρωτοβουλίας. Αυτό συνέβη διότι εκείνοι οι Έλληνες αποφάσισαν να πάρουν τη μοίρα στα χέρια τους. Αποφάσισαν να ορίσουν οι ίδιοι τις τύχες τους.
Θα ήθελα να κλείσω με ένα απόσπασμα από έργο του Νίκου Καζαντζάκη όπου μας προτρέπει στα εξής :
«Το πρώτο σου χρέος, εκτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους προγόνους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει.» Εμείς άραγε, φίλες και φίλοι, τι πράττουμε σήμερα ???!

Σας ευχαριστώ πολύ.