Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

Στην Εποχή του Φόβου

Στην ελληνική μυθολογία, ο Φόβος είναι η προσωποποίηση του φόβου. Οι Αρχαίοι Έλληνες τον θεωρούσαν γιο του Άρη και της Αφροδίτη. Μαζί με τον αδελφό του Δείμο, που ήταν η προσωποποίηση του τρόμου, συνόδευε τον πατέρα του στους πολέμους. Για τον λόγο αυτό του προσφέρονταν θυσίες στα πεδία των μαχών.

Κατά ένα τρόπο λοιπόν, ακόμη και σήμερα, οι σύγχρονοι στρατηγοί φροντίζουν να του αποτίνουν τα σέβη τους. Τα μέσα ενημέρωσης, τα πολιτικά κόμματα και σύσσωμο το σύστημα φροντίζει να σπέρνει παντού τον Φόβο.

Ο φόβος για την εθνική χρεοκοπία, ο φόβος για την μείωση των μισθών, ο φόβος για την εγκληματικότητα και την τρομοκρατία, ο φόβος για την μέρα που θα ξημερώσει αύριο, μεταδίδονται απευθείας κάθε βράδυ από τα δελτία των 8...

Είναι εύκολο να επενδύεις στο ένστικτο αυτοσυντήρησης των μαζών για να μπορέσεις να τις καταστήσεις άβουλες, φοβικές και τελικά υποταγμένες στον καναπέ τους.
Η επιπόλαιη αυτή μέθοδος ελέγχου της συλλογικής συνείδησης ενός λαού, όποτε εφαρμόστηκε, είχε κατατροφικές συνέπειες. Επειδή ο φόβος φέρνει το μίσος, το οποίο εκδηλώνεται με διάφορες μορφές σε μια κοινωνία.

 Ενδείκνυνται λίγη περισσότερη υπευθυνότητα από τους κρατούντες και λίγη περισσότερη κριτική διάθεση και εγρήγορση από όλους μας, απέναντι σε αυτά που μας "σερβίρουν" καθημερινά, αν πραγματικά θέλουμε να βάλουμε τέλος στην Εποχή του Φόβου...

Ποια είναι η πραγματική αυτοδιοίκηση

Επιβάλλεται να υπενθυμίσουμε πώς ήταν δομημένες «των Ελλήνων οι κοινότητες», απ’ αρχής της ύπαρξης οργανωμένων κοινωνιών με ελληνικούς πληθυσμούς

Ως συνέχεια του προχθεσινού άρθρου, επιβάλλεται να υπενθυμίσουμε στους ενδιαφερομένους πώς ήταν δομημένες «των Ελλήνων οι κοινότητες», απ’ αρχής της ύπαρξης οργανωμένων κοινωνιών με ελληνικούς πληθυσμούς. Ιδιαίτερα δε κατά την τουρκοκρατία, το αυτοδιοικητικό σύστημα έφθασε σε ύψιστο βαθμό, τόσο ώστε θεσμοί του να εμφανιστούν στα μεγάλα κράτη πολλά χρόνια αργότερα.

Βέβαια, μέσα στο φεουδαρχικό σύστημα που ήταν κυρίαρχο σε Ανατολή και Δύση, οι προύχοντες ανήκαν στην ευημερούσα οικονομικά κοινωνική τάξη (καπεταναίων, εμπόρων, τσελιγκάδων, ανάλογα με την περιοχή). Όμως, ο λαός ήταν παρών στη λήψη αποφάσεων.

Κάποιοι από τους ιερωμένους σήμερα, που δεν έχουν προσέξει ότι ο Ιησούς δίδαξε την ταπεινότητα, θέλοντας να ικανοποιήσουν τη ματαιοδοξία τους κατεδαφίζουν τους παλιούς ιστορικούς ναούς και υψώνουν στη θέση τους, πολλές φορές, αντιαισθητικά μεγαθήρια. Λόγω έλλειψης παιδείας, δεν έχουν προσέξει το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό στοιχείο που έχουν οι παλιοί ναοί, γι’ αυτό και δεν το μεταφέρουν στους καινούργιους.

Εκείνο το μικρό πεζουλάκι ένθεν και ένθεν της κύριας εισόδου του πρόναου, το οποίο θεωρήθηκε άχρηστο και κατεδαφίστηκε, δεν αποτελούσε καθίσματα για να ξεκουράζονται οι ηλικιωμένοι. Ήταν τα έδρανα της Τοπικής Βουλής της Κοινότητας. Εκεί, με το τέλος της Λειτουργίας κάθε Κυριακή και γιορτή, κάθονταν οι προύχοντες μαζί με τον παπά και τον γραμματικό του χωριού, με το λαό απέναντι, κατάχαμα στον αυλόγυρο του ναού. Συζητούσαν τα προβλήματα που αναφύονταν και συναποφάσιζαν. Δυο παραδείγματα των αποφάσεών τους είναι αρκετά για να καταδείξουν πόσο μπροστά βρίσκονταν οι παππούδες μας.

Είχαν δημιουργήσει ένα ιδιότυπο ασφαλιστικό σύστημα. Ανήγγειλε ο προύχοντας, ότι οι λύκοι κατασπάραξαν τα πρόβατα ενός κτηνοτρόφου. Και ζητούσε από τους άλλους κτηνοτρόφους να προσφέρουν ζώα απ’ το κοπάδι τους, ανάλογα με τη δυναμικότητα του καθενός. Σε λίγα λεπτά της ώρας, ο άτυχος κτηνοτρόφος αποκτούσε πάλι ένα κοπάδι για να ζήσει την οικογένειά του. Τα ίδια και γι’ αυτόν που αντιμετώπισε καταστροφή των σπαρτών. Ξαναποκτούσε πάλι μια καινούργια σοδειά.

Έτσι εκδηλωνόταν η κοινωνική συνοχή και αλληλεγγύη στην Κοινότητα. Ίσως, δεν γινόταν απ’ όλους η προσφορά με ευχαρίστηση, αλλά λόγω καταναγκασμού, για να μη καταστεί απόβλητος ο αρνητής. Πιθανόν. Αλλά στην ουσία ήταν μια άτυπη «αυτασφάλιση». Διότι αυτός που πρόσφερε, είχε δικαίωμα να απαιτήσει τα ανάλογα, αν η κακοτυχία κάποτε έπληττε κι αυτόν.

Οι δημογέροντες όμως, έπρεπε να φροντίσουν και για την απρόσκοπτη ύπαρξη της Κοινότητας στο μέλλον. Παρακολουθούσαν τις ιδιαίτερες ικανότητες κάθε παιδιού του χωριού. Κι εκεί, στο πεζούλι του ναού, αποφάσιζαν. Ο γιος του τάδε «παίρνει» τα γράμματα και πρέπει να τον σπουδάσουν.

Εφοδίαζαν τον μικρό, που επέλεγαν, μ’ ένα καλάθι τρόφιμα και τα αναγκαία «γρόσια», και με το πρώτο καραβάνι που έφευγε από την περιοχή τον έστελναν άλλοτε στη Βιέννη, άλλοτε στην Τεργέστη ή αλλού, εκεί όπου πριν από χρόνια είχε σταλεί με τον ίδιο τρόπο άλλος μικρός, που τώρα όμως είχε γίνει τρανός έμπορος, γαιοκτήμονας ή διοικητικός παράγοντας, κι όφειλε να ξεπληρώσει το χρέος του στην Κοινότητα, αναλαμβάνοντας τα έξοδα για τη διαβίωση και μόρφωση του μικρού που του έστελναν.
Ο λαός, που ήταν στον αυλόγυρο, συναινούσε ή διαφωνούσε με τις επιλογές, ανάλογα με την περίπτωση. Έτσι λειτουργούσε η κοινωνία των πολιτών. Και με έσοδα που είχε από τις χορηγίες των ξενιτεμένων της. Αυτή ήταν η αυτοδιοίκηση της κοινότητας. Ας μη την συγκρίνουμε με το ψευδεπίγραφο σημερινό σύστημα.


Ο Μακεδών
ΠΗΓΗ: 13/11/2010 6:17 | © VORIA.GR